πονηρία


πονηρία
πονηρία, η και πονηριά, η και πονηράδα, η
1. κακή διάθεση, πανουργία, δολιότητα: Τέκνο κακό και πίβουλο και πονηριές γεμάτο (Ερωτόκριτος).
2. πονηρή ενέργεια, δόλιο τέχνασμα, μηχανορραφία, απάτη: Με τις πονηριές κατόρθωσε να αναδειχτεί.
3. φιλυποψία, καχυποψία: Οι σχέσεις του με τους άλλους στηρίζονται στην πονηριά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πονηρία — πονηρίᾱ , πονηρία bad state fem nom/voc/acc dual πονηρίᾱ , πονηρία bad state fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίᾳ — πονηρίαι , πονηρία bad state fem nom/voc pl πονηρίᾱͅ , πονηρία bad state fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρία — η, ΝΜΑ, και πονήρια και πονηριά Ν [πονηρός] 1. (με ηθική σημ.) κακία, πανουργία, δολιότητα 2. στον πληθ. πονηρές ενέργειες, κατεργαριά, πονηράδα νεοελλ. δυσπιστία, υπόνοια, καχυποψία αρχ. 1. κακή κατάσταση, καχεξία 2. ποταπότητα 3. δειλία,… …   Dictionary of Greek

  • πονηριά — [понирьа] ουσ. 0. хитрость, коварство, злая выходка, злобность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Προφασέως δέεται μόνον ἡ πονηρία. — См. Была бы собака, а палка будет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • πονηρίας — πονηρίᾱς , πονηρία bad state fem acc pl πονηρίᾱς , πονηρία bad state fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαι — πονηρία bad state fem nom/voc pl πονηρίᾱͅ , πονηρία bad state fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαν — πονηρίᾱν , πονηρία bad state fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηριῶν — πονηρία bad state fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πονηρίαις — πονηρία bad state fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.